- ἀπόκαυμα
- ἀπό-καυμα, das Verbrannte
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ἀπόκαυμα — firebrand neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
απόκαυμα — το βλ. απόκαμα … Dictionary of Greek
ἀποκαύματα — ἀπόκαυμα firebrand neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀποκαύματος — ἀπόκαυμα firebrand neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
απόκαμα — το (AM ἀπόκαυμα) το αποκαΐδι* αρχ. μσν. 1. το έγκαυμα 2. η χιονίστρα … Dictionary of Greek